Ένα ιστολόγιο για την Εργασία, τον Λόγο και την Λογική. Σκέψεις από μια διαδρομή προς το Φως.

28 Μαΐ 2012

Μαύρη Μαγεία (κατά τον Γκουρτζίεφ)



(Γ.Ι.Γκουρτζίεφ:) «Πολλές φορές με ρώτησαν σ' αυτές τις διαλέξεις, τι είναι "μαύρη μαγεία"• και απάντησα ότι δεν υπάρχει ούτε κόκκινη, ούτε πράσινη, ούτε κίτρινη μαγεία.
Υπάρχει, από τη μια, μηχανικότητα, δηλαδή αυτό που "συμβαίνει" και από την άλλη, το "πράττειν".
Το "πράττειν" είναι μαγεία και το "πράττειν" μπορεί να είναι μόνο ενός είδους. Δεν μπορεί να υπάρχουν δύο είδη "πράττειν". Αλλά μπορεί να υπάρχει μια παραποίηση, μια μίμηση της εξωτερικής εμφάνισης του "πράττειν" που δεν μπορεί να φέρει αντικειμενικά αποτελέσματα, αλλά που μπορεί να ξεγελάσει αφελείς ανθρώπους και να δημιουργήσει μέσα τους πίστη, τυφλό πάθος, ενθουσιασμό, ακόμη και φανατισμό.
«Γι' αυτό, στην αληθινή εργασία, δηλαδή στο αληθινό "πράττειν", δεν επιτρέπεται να δημιουργεί κανείς τυφλό πάθος στους ανθρώπους. Αυτό που εσείς ονομάζετε μαύρη μαγεία στηρίζεται στο τυφλό πάθος και στην εκμετάλλευση της ανθρώπινης αδυναμίας. Η μαύρη μαγεία δεν σημαίνει καθόλου μαγεία του κακού. Είπα και άλλοτε ότι κανείς δεν κάνει ποτέ τίποτε για το κακό, για να υπηρετήσει το κακό.
Όλοι πάντοτε κάνουν ό,τι μπορούν για να υπηρετήσουν το καλό, όπως το καταλαβαίνει ο καθένας. Κατά τον ίδιο τρόπο, είναι λάθος να ισχυριστεί κανείς ότι η μαύρη μαγεία είναι αναγκαστικά εγωιστική, ότι με τη μαύρη μαγεία ο άνθρωπος επιδιώκει δικούς του σκοπούς. Αυτό είναι λάθος. Η μαύρη μαγεία μπορεί να είναι πέρα για πέρα αλτρουιστική, μπορεί να πασχίζει για το καλό της ανθρωπότητας ή για τη σωτηρία της από πραγματικά ή φανταστικά κακά. Αλλά αυτό που μπορεί να ονομαστεί μαύρη μαγεία, έχει πάντοτε ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι η τάση να χρησιμοποιεί τους ανθρώπους για μερικούς, ακόμη και τους καλύτερους σκοπούς, χωρίς αυτοί να το γνωρίζουν ή να το καταλαβαίνουν, είτε δημιουργώντας μέσα τους πίστη και τυφλό πάθος, είτε επηρεάζοντας τους με το φόβο.
«Αλλά, σχετικά με το θέμα αυτό, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένας -μαύρος μάγος», είτε καλός είτε κακός, έχει οπωσδήποτε περάσει από μια σχολή. Έχει μάθει κάτι, έχει ακούσει κάτι, ξέρει κάτι. Είναι απλώς ένας "ημιμαθής" που είτε έχει αποβληθεί από μια σχολή, είτε έφυγε μόνος του, κρίνοντας ότι ήδη γνωρίζει αρκετά, ότι δεν θέλει πια να έχει άλλους πάνω από το κεφάλι του και ότι μπορεί να εργαστεί ανεξάρτητα και μάλιστα να κατευθύνει την εργασία άλλων. Κάθε "εργασία" του είδους αυτού, δεν μπορεί να φέρει παρά μόνο υποκειμενικά αποτελέσματα, δηλαδή μπορεί μόνο να αυξήσει την αυταπάτη και τον ύπνο, αντί να τα ελαττώσει.
Παρόλα αυτά, κάτι μπορεί να μάθει κανείς από έναν "μαύρο μάγο", αν και λανθασμένα. Καμιά φορά, μπορεί συμπτωματικά να πει ακόμη και την αλήθεια. Γι' αυτό λέω ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που είναι χειρότερα από τη "μαύρη μαγεία". Αυτά είναι οι διάφορες "αποκρυφιστικές" και "θεοσοφικές εταιρίες" και "ομάδες".
Όχι μόνο οι δάσκαλοι τους δεν έχουν ποτέ περάσει από σχολή, αλλά ούτε καν συνάντησαν ποτέ κανέναν που να βρέθηκε κοντά σε σχολή. Η εργασία τους δεν είναι παρά πιθηκισμός. Αλλά η μιμητική εργασία του είδους αυτού, δίνει μεγάλη αυτοϊκανοποίηση. Ο ένας αισθάνεται πως είναι "δάσκαλος", οι άλλοι αισθάνονται πως είναι "μαθητές" και όλοι είναι ικανοποιημένοι. Εδώ, δεν είναι δυνατόν να συνειδητοποιήσει κανείς τη μηδαμινότητά του και αν μερικοί ισχυρίζονται ότι έχουν φτάσει σ' αυτό το αποτέλεσμα, αυτό δεν είναι παρά ψευδαίσθηση και αυταπάτη, αν όχι σκέτη απάτη.
Αντίθετα, αντί να συνειδητοποιήσουν τη δική τους μηδαμινότητά, τα μέλη των κύκλων αυτών συνειδητοποιούν τη δική τους σπουδαιότητα και ενισχύουν την ψεύτικη προσωπικότητα τους.
«Στην αρχή, είναι δύσκολο να εξακριβώσει κανείς αν η εργασία είναι ή δεν είναι σωστή, αν οι οδηγίες είναι σωστές ή λανθασμένες. Από την άποψη αυτή, το θεωρητικό μέρος της εργασίας μπορεί να αποδειχτεί χρήσιμο, επειδή ο άνθρωπος μπορεί να κρίνει πιο εύκολα μ' αυτό. Ξέρει τι γνωρίζει και τι δεν γνωρίζει. Ξέρει τι μπορεί να μάθει με τα συνηθισμένα μέσα και τι όχι. Και αν μάθει κάτι καινούργιο, κάτι που δεν μαθαίνεται με το συνηθισμένο τρόπο από βιβλία και τα παρόμοια, αυτό,ως ένα σημείο, αποτελεί εγγύηση ότι η άλλη,η πρακτική πλευρά, μπορεί να είναι επίσης σωστή. Αλλά αυτό


Πήτερ Ουσπένσκυ
Αναζητώντας τον κόσμο του Θαυμαστού
εκδ. πύρινος κόσμος

Το γέλιο


(Γ. Ι. Γκουρτζίεφ:)
Πρέπει να θυμάστε ότι τόσο το χασμουρητό όσο και το γέλιο είναι πολύ μεταδοτικά.
Αυτό δείχνει ότι είναι ουσιαστικά λειτουργίες του ενστικτώδους και του κινητικού κέντρου.
Γιατί είναι το γέλιο τόσο ευχάριστο;» ρώτησε κάποιος.
«Διότι», απάντησε ο Γ., «το γέλιο μας απαλλάσσει από πλεονάζουσα ενέργεια που αν έμενε αχρησιμοποίητη, θα μπορούσε να γίνει αρνητική, δηλαδή δηλητήριο. Πάντοτε έχουμε απ' αυτό το δηλητήριο μέσα μας. Το γέλιο είναι το αντίδοτο. Αλλά αυτό το αντίδοτο είναι απαραίτητο μόνο όσο δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε όλη την ενέργεια μας για χρήσιμη εργασία.
Λένε ότι ο Χριστός δεν γέλασε ποτέ. Και πραγματικά, δεν θα βρείτε στα Ευαγγέλια καμιά νύξη, δεν αναφέρεται πουθενά ότι ο Χριστός γέλασε ποτέ. Υπάρχουν όμως, διαφορετικοί τρόποι να μη γελάει κανείς. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν γελάνε, γιατί είναι τελείως βυθισμένοι σε αρνητικά συναισθήματα, σε κακία, σε φόβο, σε μίσος, σε καχυποψία.
Και μπορεί να υπάρχουν άλλοι που δεν γελάνε, γιατί δεν μπορούν να έχουν αρνητικά συναισθήματα. Πρέπει να καταλάβετε ένα πράγμα. Στα ανώτερα κέντρα δεν μπορεί να υπάρχει γέλιο, γιατί στα ανώτερα κέντρα δεν υπάρχει διαίρεση, ούτε "ναι" και "όχι"».

Πήτερ Ουσπένσκυ
Αναζητώντας τον κόσμο του Θαυμαστού
εκδ. πύρινος κόσμος

23 Μαΐ 2012

Το όνομα του Θεού


Τη γνώση του ονόματος του Θεού, έτσι όπως αυτό δόθηκε στον Μωυσή, από παλιά περιέβαλλε σεβασμός και δέος. Υπήρχε μάλιστα και ρητή απαγόρευση σχετικά με το Τετραγράμματο (σεμχα-μεφοράς), καδώς και τιμωρίες βαριές. Στη Συναγωγή το όνομα αντικαδιστούσε το επίθετο «Κύριος» (Αδωνάι), ενώ η σωστή τεχνική της προφοράς του περνούσε προφορικά και με τρόπο κρυφό από τους Σοφούς στους μαθητές τους.
Τον καιρό της Μισνά, όμως, η προφορά του κάποτε επιβαλλόταν, ιδιαίτερα ανάμεσα σε φίλους.
Ο λόγος για αυτήν την προτροπή ήταν για να ξεχωρίζουν οι Ισραηλίτες από τους Σαμαρείτες, αφού οι τελευταίοι συνήθιζαν να αναφέρονται στο Θεό ως «το Όνομα».
 Από την Ελληνιστική περίοδο ακόμη, τόσο Ιουδαίοι όσο και άλλοι χρησιμοποιούσαν θεϊκά ονόματα παρμένα από το κείμενο της Τορά για μαγικούς σκοπούς. Ο Ναχμανίδης, ένας από τους πρώτους καμπαλιστές, γύρω στο 1200 δήλωνε ότι υπάρχουν βιβλία τα οποία πραγματεύονται τις θεουργικές χρήσεις αυτών των ονομάτων. Το κείμενο της Τορά πιστευόταν ότι είναι τόσο ιερό, όσο ένας ζωντανός και άγιος οργανισμός, φτιαγμένος από ονόματα του Θεού και συνιστώντας έτσι το ένα πιο ιερό όνομα. Αν έστω και ένα γράμμα παραλειπόταν, ο κόσμος όλος θα καταστρεφόταν. Αυτές τις αντιλήψεις παρέλαβε ο κύκλος των καμπαλιστών της Χερόνα κατά το 12ο και 13ο αιώνα, καθώς και ο συγγραφέας του Ζοχάρ, διακηρύσσοντας πως όλη η Τορά είναι ένα άγιο και μυστικό όνομα. Μάλιστα, σύμφωνα με άποψη παλιά, από τον καιρό της Μισνά, η Τορά προϋπήρχε του κόσμου και δια αυτής ο Θεός δημιούργησε τα πάντα. Τη χρήση των θεϊκών ονομάτων προώθησε και ο Ραβί Γιοσήφ Τζικατίγια και ο Αβραάμ Αμπουλάφια. Στο σύστημα εκστατικής Καμπάλα του τελευταίου κατέχουν την πρώτη θέση. Ήταν ο Μεναχέμ Ρεκανατί, όμως, εκείνος που θεώρησε ότι στο Όνομα του Θεού περιέχονται όλες οι εκδηλώσεις, καθώς και οι θεϊκές δυνάμεις.
Αυτό κατά τη γνώμη του ήταν το μυστικό νόημα του αληθινού ονόματος του Θεού.
Το έδαφος για αυτές τις αντιλήψεις είχαν προετοιμάσει οι μυστικοί των Ανακτόρων, οι οποίοι συνέδεαν το όνομα, τη Δόξα, τη Σεκινά και το Δένδρο της Ζωής με τον ίδιο το Θεό. Κατά συνέπεια, η μετοχή στο όνομα του Θεού σήμαινε επίσης και τη μετοχή στα μυστήρια του μυστικού του σώματος (γκουφ χα-σεκινά), της δόξας και της κρυμμένης γνώσης της Τορά και του Δένδρου της Ζωής.

Κ.Θ. Ζάρρας
Δρ. Θεολογίας
Το Δέντρο των Ψυχών
Εκδ. Αρχέτυπο



Χριστιανοί

Μετάλλινο φυλακτήριο περιβραχιόνιο με έξι παραστάσεις απο τη ζωή του Χριστού
(Αν.Μεσόγειος, 6ος-8ος αιων)

Ο Χριστιανισμός γεννήθηκε σε ένα περιβάλλον ήδη πεπεισμένο για την ύπαρξη υπερφυσικών δυνάμεων που διαιρούνταν, ακολουθώντας την περσική δαιμονολογία, σε αγαθές και κακές. Μετέτρεψε λοιπόν τα καλά πνεύματα σε αγγέλους του δικού του Θεού και τα κακά σε δαίμονες, όπου συμπεριλήφθηκαν οι ειδωλολατρικοί θεοί. Όλα τα ευνοϊκά γεγονότα που επιτύγχαναν οι εκπρόσωποι του Χριστιανισμού με προσευχές, τελετές, φυλακτήρια, εικόνες, λείψανα ήταν θαύματα που πραγματοποιούνταν με τη βοήθεια των αγγέλων. Ό,τι ανάλογο έπρατταν οι ειδωλολάτρες ήταν μαγεία με τη σύμπραξη των δαιμόνων.
Ο Ιησούς ήταν ο θεμέλιος λίθος της χριστιανικής θαυματουργίας. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς υποστήριζαν ότι ήταν ανώτερος από κάθε μάγο, γιατί είχε πραγματοποιήσει σημεία και τέρατα πριν από τη γέννηση του. Έκανε τους προφήτες να αφηγηθούν τα γεγονότα της ζωής του και άλλες σχετικές πληροφορίες πριν από τον ερχομό του στη γη.
Οι οπαδοί του τον Β' μ.Χ. αιώνα διέπρατταν στο όνομα του και με τη δύναμη του τόσο απίστευτα θαύματα, ώστε προσηλύτιζαν φανατικούς πολυθεϊστές, αστρονόμους αστρολόγους, μάγους, προγνώστες και μάντεις, όπως ο πεθερός του αυτοκράτορα Αδριανού Ακύλας.
Η προσοχή ανθρώπων με τα ενδιαφέροντα του Ακύλα επικεντρωνόταν πλέον στη θρησκεία και στους ιερείς που θα επιδεικνύονταν ισχυρότεροι των άλλων στη θαυματοποιία.
Από την άλλη πλευρά, οι Χριστιανοί, όντας μέλη μιας ακόμη μυστηριακής θρησκείας και επειδή ασκούσαν τη λατρεία τους μυστικά την εποχή που ακόμη κρύβονταν, κατηγορήθηκαν για διάπραξη φρικτών πράξεων γοητείας. Ιδιαίτερα συντέλεσε σ' αυτές τις κατηγορίες η πίστη των Ρωμαίων πως οι βιαιοθάνατοι ήταν δαίμονες με ισχυρές δυνάμεις και αποτελούσαν πνεύματα ιδανικά για άσκηση νεκρομαντείας. Έτσι οι Χριστιανοί, που λάτρευαν τον εσταυρωμένο Ιησού και τους μάρτυρες, θεωρήθηκαν ως γόητες και μάγοι.
Επί της αυτοκρατορίας του Βαλεριανού (Γ' μ.Χ. αι.), ο οποίος αρχικά ήταν ευνοϊκός προς τους Χριστιανούς, ο Αιγύπτιος αρχιερέας στη Ρώμη προσπάθησε να τους συκοφαντήσει ως γόητες, με αφορμή τις μυστικές τους τελετουργίες περιγράφοντας αυτές ως εξής: «άποσκευάσασθαι δε παρέπεισεν αύτω (τον αυτοκράτορα Βαλεριανό) δάσκαλος και των απ' Αιγύπτου μάγων άρχισυνάγωγος τους μεν καθαρούς και οσίους άνδρας (δηλ. τους χριστιανούς) κτείνεσθαι και διώκεσθαι κελεύων ως αντιπάλους και κωλητάς των παμμιάρων και βδελυκτών έπαοιδών υπάρχοντας (καΐ γαρ είσίν και ήσαν Ικανοί, παρόντες και δρώμενοι και μόνον εμπνέοντες και φθεγγόμενοι διασκεδάσαι τάς των άλιτηρίων δαιμόνων έπιβουλάς), τελετάς δε άνάγνους και μαγγανείας έξαγνίστους καΐ ιερουργίας ακαλλιέργητους έπιτελεϊν υποτιθέμενος, παΐδας αθλίους άποσφάττειν και τέκνα δυστήνων πατέρων καταθύειν και σπλάγχνα νεογενή διαιρεΐν και τα τοΰ θεοΰ διακόπτειν και καταχορδεύειν πλάσματα, ως εκ τούτων εύδαιμονήσας».

Η εξέλιξη της Μαγείας από την αρχαιότητα έως τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες
Αναστασία Δ. Βακαλούδη
εκδ. Κέδρος

Φιλακτήριος σφραγίδα.
Παλαιοχριστιανική εποχή.
Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών

"Τα γαρ περίαπτα, κάν μορία φιλοσοφώσιν
οι εκ τούτων χρηματιζόμενοι, λέγοντες ότι τον Θεόν καλοϋμεν,
και ουδέν πλέον ποιοϋμεν,

...είδωλολατρεία το πράγμα έστι."

'Ιωάννου Χρυσοστόμου, 'Ομιλία Η': Προς Κολοσσαεϊς

Στην αφήγηση του Ευαγγελιστή Μάρκου για την Αιμορροούσα (Μαρκ. 5: 25-34) ο Χριστός κάνει ένα θαύμα χωρίς καν να το γνωρίζει: μέσα στο πλήθος η γυναίκα έρχεται από πίσω από τον Χριστό και ακουμπώντας μόνο τα ενδύματα του θεραπεύεται ύστερα από δώδεκα χρόνια άκαρπης προσφυγής σε γιατρούς. Ο Ιησούς δεν έχει πει, ούτε κάνει τίποτε για να τη γιατρέψει. Δεν γνωρίζει καν ότι αυτή βρίσκεται κοντά του. Το μόνο που αισθάνεται είναι το ότι η "έξ αύτοϋ δύναμις" εξήλθε ξαφνικά από το σώμα του και κατευθύνθηκε προς τον εξωτερικό κόσμο. Αν ξανασκεφθούμε την ευαγγελική αυτή περικοπή, αφού πρώτα διαβάσουμε το άρθρο του G. Vikan (σ. 17), ίσως θα καταλάβουμε ότι ο Ιησούς λειτουργεί στο επεισόδιο αυτό όπως ακριβώς και τα μαγικο-ιατρικά περίαπτα από αιματίτη που προφύλασσαν ή θεράπευαν από την αιμορραγία κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες: όπως είδαμε, κάποιος έρχεται σκόπιμα σε επαφή με κάποια ύλη που διαθέτει υπερφυσική "φόρτιση" (το σώμα του Ιησού ή τουλάχιστον τα ρούχα του), και αυτομάτως θεραπεύεται χάρη στη δύναμη που ενυπάρχει σ'αυτή.
Το συγκεκριμένο αυτό θαύμα, όπως παρατηρεί ο Vikan, αποκαλύπτει σαφέστερα από κάθε άλλο που περιγράφεται στη Βίβλο την ουσία της ελληνορωμαϊκής μαγείας. Ένας εθνικός θα το ερμήνευε ίσως ως πράξη "μαγείας" - μόνο που εδώ, όπως τονίζει ο Μάρκος, εκείνο που θεραπεύει την Αιμορροούσα είναι βασικά η πίστη της και οχι μονό η επαφή της μ' ένα αντικείμενο. "Θύγατερ", ανακοινώνει ο Χριστός, "ή πίστις σου σέσωκέ σε".
Με βάση τον αριθμό και το είδος των θαυμάτων του, καθώς και την πολυμορφία των μεθόδων τις οποίες χρησιμοποίησε, πολλοί εθνικοί και Εβραίοι υπέθεσαν πολύ εύκολα ότι ο Χριστός υπήρξε μάγος. Εφόσον μάλιστα είχε υποσχεθεί να ικανοποιήσει τα αιτήματα που διατυπώνονταν στο όνομα του, δεν μπορούσε άραγε να τον επικαλεστεί κάποιος και σε μια μαγική διαδικασία; Ο Vikan μας υπενθυμίζει ότι ο συμφυρμός Χριστού/Σταυρού απεικονίστηκε συχνά, αντί για το αποτρεπτικό Κακό Μάτι, πάνω σε περίαπτα κατά την πρώιμη χριστιανική περίοδο στην ανατολική Μεσόγειο.
Μετά από μια αρχική φάση "συγκρητικής σύγχυσης", οριοθετήθηκε τελικά η θεωρητική διάκριση ανάμεσα στη μαγεία και την πρωτο-εμφανιζόμενη θρησκεία. Η Εκκλησία των πρώτων χριστιανικών αιώνων όρισε τη διάκριση αυτή ευθέως ως θεολογική και ηθική: η μαγεία και όλες εν γένει οι πρακτικές της "ειδωλολατρικής" θρησκείας (των οποίων αποτελούσε μέρος) επαναπροσδιορίστηκαν ως δαιμονικές (με την καταχρηστική, εβραϊκή σημασία), ως το έργο δηλαδή ασωμάτων όντων (εκπεπτωκότων κυρίως αγγέλων) που υπηρετούσαν τον Διάβολο. Σύμφωνα με τους πρώτους Χριστιανούς συγγραφείς, η μαγεία, ακόμη και όταν δεν αποτελούσε εντυπωσιακή ψευδαίσθηση ή φενάκη, ήταν πάντοτε έργο κακών (ή ακάθαρτων) πνευμάτων, ενώ τα θαύματα ήταν έργα ενός φιλάνθρωπου Θεού.
Όπως παρατηρεί ο Σπ. Τρωιάνος (σ. 9), το κανονικό δίκαιο ακολούθησε τη γραμμή αυτή όταν ο Γρηγόριος Νύσσης όρισε στον 3ο κανόνα του ότι οι μάγοι επιτελούσαν το έργο τους χάρη στη συμμαχία τους με τους δαίμονες. Αν υποθέσουμε ότι οι παλιές συνήθειες θα μπορούσαν να εκλείψουν ολοσχερώς, τότε θα πρέπει να δεχθούμε ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει με μεγάλη δυσκολία. Αυτό ίσως είναι ένα από τα συμπεράσματα στα οποία μας οδηγεί η αναδρομή που επιχειρεί το άρθρο αυτό στην κρατική και εκκλησιαστική ποινικοποίηση της μαγείας. Σύμφωνα όμως με το βυζαντινό δίκαιο, και η αίρεση, οι ψυχικές νόσοι και η εγκληματικότητα εν γένει μπορούσαν να θεωρηθούν απόρροιες διαβολικών, και επομένως μαγικών, ενεργειών.
Επειδή οι Χριστιανοί ήταν εξ ορισμού οι μόνιμοι πολέμιοι των πονηρών πνευμάτων, τα κατ'εξοχήν θαύματα, ιδίως στα Συνοπτικά Ευαγγέλια, ήταν οι εξορκισμοί. Ή απαίσια αυτή τελετή", όπως χαρακτήρισε τον εξορκισμό ο Gibbon, ήταν κατά κύριο λόγο εβραϊκή δραστηριότητα, με στόχο την αιφνίδια εκδίωξη επιδρομέων-πνευμάτων που είχαν καταλάβει κάποιο άτομο. Οι Χριστιανοί όμως έμαθαν γρήγορα πως, για να γίνει κάτι τέτοιο, χρειαζόταν ένα ειδικό τέχνασμα: έπρεπε να εξαναγκασθεί το δαιμόνιο να αποκαλύψει το όνομα του για να υποταχθεί στον εξορκιστή. Η εσχατολογική σημασία της διαδικασίας αυτής εξηγεί ίσως το αμείωτο ενδιαφέρον των Βυζαντινών για τα ονόματα και ιδίως τις κατηγορίες των δαιμόνων. Ο D.Jordan (σ. 21) δείχνει την αναπαραγωγή, με παραλλαγές, των έξι βασικών κατηγοριών δαιμόνων, παραθέτοντας μια ομάδα ασυνήθιστων κειμένων που περιλαμβάνει έναν παπυρικό εξορκισμό του 3ου αιώνα μ.Χ., ένα διάλογο του ψευδο-Ψελλού και έναν εξορκισμό που αποδίδεται,ίσως εσφαλμένα, στον Εφραίμ τον Σύρο.
Η μελέτη του Jordan επιβεβαιώνει τη συνάφεια ανάμεσα στην αρχαία επιστημονική σκέψη και τη λόγια, κυρίως, μεσαιωνική μαγεία. Πράγματι, η φιλολογική έρευνα έρχεται συχνά να ενισχύσει και τα συμπεράσματα των αρχαιολόγων που μελετούν το υλικό υπόβαθρο της μεσαιωνικής μαγείας: η βυζαντινή μαγεία ήταν ένας υβριδικός συγκερασμός μετακλασικών και λόγιων χριστιανικών μορφών και διαδικασιών με ένα επίστρωμα δημωδών συστατικών ποικίλης προέλευσης• το "σύστημα" αυτό διατηρήθηκε και μετά το μοιραίο έτος 1453.
Οι επωδές, οι εξορκισμοί και οι νομοκάνονες που δημοσιεύει εδώ για πρώτη φορά ο Άγ. Τσελίκας (σ. 31) προέρχονται από τρία μεταβυζαντινά χειρόγραφα και εμπεριέχουν πολλά στοιχεία που θυμίζουν τα θέματα και τις πρακτικές των μαγικών κυρίως παπύρων της ύστερης αρχαιότητας. Είναι άραγε απλή σύμπτωση το ότι ένας από τους εξορκισμούς του Τσελίκα αναφέρεται σε δαιμόνια καταχθόνια και εναέρια, δύο κατηγορίες που, κατά τον Jordan, είναι πιθανό να κατάγονται από τον Εμπεδοκλή; Από τη θεολογική άποψη η θρησκεία και η μαγεία δεν αποτελούσαν μόνο διαμετρικές αντιθέσεις (ο θεός εναντίον του Διαβόλου) αλλά και αλληλοαποκλειόμενες κατηγορίες: κατά τη χαρακτηριστική διατύπωση του Απόστολου Παύλου, "ού θέλω δε ύμας κοινωνούς των δαιμόνων γίνεσθαι". Στην πραγματικότητα όμως η μαγεία αντλούσε συχνά στοιχεία από τα κείμενα και τις πρακτικές της καθιερωμένης θρησκείας. (Κάτι τέτοιο ήταν πολύ φυσικό σε μια κοινωνία στην οποία κυριαρχούσε ένα εδραιωμένο σύστημα αυθεντικών κειμένων και τελετουργιών.) Το εκτενές επεισόδιο από τον μυθιστορηματικό Βίο του οσίου Ανδρέου "του δια Χριστόν σάλου" (10ος αι.), που αναλύει ο Γ. Κολοφώνος (σ. 25),είναι όντως μια συναρπαστική αφήγηση, που σε πολλά σημεία θυμίζει ψυχολογικό θρίλερ. Εκτός όμως από τις ψυχαγωγικές του αρετές το απόσπασμα αυτό έχει για τον Βυζαντινό αναγνώστη και διδακτική λειτουργία: απογυμνώνει, όπως δείχνει ο Κολοφώνος, τη μαγεία, αποκαλύπτοντας την ως μια εξαιρετικά επικίνδυνη απάτη, που παγιδεύει κυρίως τους απεγνωσμένους και εύπιστους. Στην αγιογραφική αυτή περιπέτεια ο μάγος Βιγρίνος μπορεί να κατάφερε να επιλύσει τα άμεσα προβλήματα της πελάτισσας του, η αλληλουχία όμως των φρικαλέων ονείρων που βλέπουν στη συνέχεια τόσο η γυναίκα αυτή όσο και ο πνευματικός της πατέρας δείχνουν τις ολέθριες επιπτώσεις της προσφυγής στη μαγεία. Και εκεί ακριβώς έγκειται ο παράδοξος και συχνά σαγηνευτικός χαρακτήρας της βυζαντινής -και της χριστιανικής εν γένει- μαγείας: αφομοίωνε κατά μέγα μέρος την ιδεολογία και το τελετουργικό της αληθινής πίστης, ενώ αποτελούσε πάντα, σύμφωνα τουλάχιστον με το επίσημο δόγμα, τη διαστρέβλωση της.


Ιωάννης Πετρόπουλος
Αναπληρωτής Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας
ΠΤΔΕ, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

(Περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες , Τ.71 , Ιουλ1999)

18 Μαΐ 2012

Η Εργασία στην Καθημερινότητα


"Για τον Καμπαλιστή, ολόκληρη η ζωή είναι ένα τυπικό, και κάθε στιγμή της είναι πράξη συνειδητής προσοχής, ανεξάρτητα αν αυτό συμβαίνει σε ώρα εργασίας ή παιχνιδιού, προσευχής ή μελέτης. Όλες οι πράξεις του Καμπαλιστή είναι πράξεις λατρείας. Γι' αυτό και ο ζηλωτής που αναφέρεται στην ιστορία, πήγε όχι για να ακούσει τον Τσαντίκ του, αλλά για να
δει πώς αυτός δένει τα κορδόνια των παπουτσιών του. Σ' αυτή την πρακτική βρίσκεται όλη η σημασία της Προσέγγισης της Δράσης."

Ζεβ Μπεν Σιμόν Χαλεβί
Ο δρόμος της Καμπαλά
Εκδ. Πύρινος Κόσμος

13 Μαΐ 2012

Όταν οι Ευκάλυπτοι Θροΐζουν Στις Αλλέες


«... Μη πητε λοιπόν ποτέ, oτι ο ποιητής αυτός δεν είχε ιδανικά,
και την υστάτην πραξιν του δειλίαν μή τήν πήτε,
μά πάντοτε νά ένθυμησθε,
ιδίως oταν οι ευκάλυπτοι θροϊζουν στις άλλέες
και βλέπετε κάποιον κατάκοπον είς τήν σκιάν των νά κοιμάται,
πάντα νά ένθυμησθε οτι αυτό πού λέγεται Ειμαρμένη
από δρόμους πολλούς μας έρχεται καί προς σημεία απροσδόκητα συχνά πηγαίνει...

Μή πήτε, λοιπόν, ποτέ, οτι ο νέος αυτός δεν είχε ιδανικά,
διότι έσκυψε πολύ στο χείλος των αβύσσων
(οπως αυτοί πού κυνηγούν στά αλπικά βουνά,
στην άκρη άκρη των κρημνών τά έντελβάις),
άκούων μέ φρίκην από υψηλά τους στόνους
και τάς οίμωγάς της Οικουμένης, ένώ,
μέσ' στην ψυχή του αντηχούσαν ίσως νεροσυρμοί κρυστάλλινοι
καί ήχοι θεσπέσιοι των Παραδείσων...

Μή τόν ξεχνάτε λοιπόν τόν νέον αυτόν, το κάθετον τοΰτο
λάβαρον της θλίψεως καί του θανάτου...»

Απόσπασμα από το ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου
«Όταν οι Ευκάλυπτοι Θροΐζουν Στις Αλλέες»
εκδ. Οκτάνα

10 Μαΐ 2012

θεός Διόνυσος

(Φωτ.: Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης)

(πηγή: wikipedia)
Ο Διόνυσος, επίσης Διώνυσος, γιος του θεού Δία, ανήκει στις ελάσσονες πλην όμως σημαντικές θεότητες του αρχαιοελληνικού πανθέου, καθώς η λατρεία του επηρέασε σημαντικά ταθρησκευτικά δρώμενα της ελλαδικής επικράτειας. Παρόλο που δεν είναι ολύμπιος θεός και ο Όμηρος δείχνει να τον αγνοεί[1], ήδη από τον 6ο π.Χ. αι., αναπαρίσταται μαζί με τους Ολυμπίους, αν και εμφανίζεται σχετικά απόμακρος[2]. Ενίοτε απεικονίζεται να κάθεται δεξιά του πατρός του στα ολύμπια δώματα. Ο Διόνυσος ως μυθολογική οντότητα «δεν είναι μήτε παιδί ούτε άντρας, αλλά αιώνιος έφηβος, καταλαμβάνοντας μια θέση ανάμεσα στα δύο»[3]. Με αυτή τη μορφή, αντιπροσωπεύει «το πνεύμα της ενέργειας και της μεταμορφωτικής δύναμης του παιχνιδιού»[4] γεμάτο πονηριά, εξαπάτηση και στρατηγικές που υποδεικνύουν είτε τη θεϊκή σοφία ή το αρχέτυπο του Κατεργάρη, παρόν σε όλες σχεδόν τις μυθολογίες του κόσμου.
Στην ελληνική μυθολογία, ο Διόνυσος γεννιέται από τον μηρό του πατέρα του και παραδίδεται σε δώδεκα νύμφες ή υδάτινα πνεύματα, τις Υάδες, οι οποίες γίνονται τροφοί του θεϊκού παιδιού. Αργότερα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης την υπηρεσία τους, οι Υάδες εξυψώθηκαν στο ουράνιο στερέωμα όπου λάμπουν ως αστερισμός των Υάδων. Είναι Πυριγενής, και Λιμναίος, φέροντας εγγενώς την ποιότητα της 'λίμνης ή του έλους'. Ο Διόνυσος είναι επίσης Διθύραμβος, δηλαδή διγενής, γεννημένος πρώτα από τη φωτιά και κατόπιν από το νερό, ακολουθώντας την παράδοση ανάλογων αρχέγονων θεοτήτων[5].
Ο Διόνυσος, επίσης, συνδέεται με τη γονιμότητα, μέσω του εκπληρωμένου έρωτα και το επίγραμμα του Ανακρέοντα στον θεό αρχίζει με τις λέξεις «Ω Κύριε, που σύντροφοί σου στο παιχνίδι είναι ο ισχυρός Έρως, οι μαυρομάτες νύμφες και η Αφροδίτη!»[6].

Γέννηση και περιπλανήσεις [Επεξεργασία]

Γιος του Δία και της Σεμέλης κόρης του Κάδμου ο Διόνυσος διασώζεται από τις φλόγες που έζωσαν το παλάτι του πατέρα της -μετά από την εμφάνιση του Δία σε όλο του το μεγαλείο- χάρη στην παρέμβαση της Γης, που άφησε τον κισσόνα τυλίξει τους κίονες του ανακτόρου και να διασώσει το θείο βρέφος. Ο Δίας τοποθέτησε το βρέφος στον μηρό του εν αγνοία της Ήρας και το έβγαλε στο φως την κατάλληλη στιγμή, όταν ολοκληρώθηκε η κύησή του. Εξαιτίας του γεγονότος ότι γεννήθηκε ανάμεσα στα αστροπελέκια του Δία και την πυρκαγιά του ανακτόρου, ο Διόνυσος έφερε την επωνυμία πυριγενής και εξαιτίας του γεγονότος ότι συνέχισε την κύησή του στον μηρό του πατέρα του μηρορραφής,διμήτωρ και δισσότοκος[7].
Ο θεός περιπλανάται στην Αίγυπτο και τη Συρία, τρελός από το μίσος της Ήρας. Θεραπεύεται από τη Ρέα στη Φρυγία. Η Ρέα, επίσης, είναι εκείνη που τον διδάσκει την τελετουργική λατρεία και ορίζει το ένδυμα του θεού και των Μαινάδωνακολούθων του[8]. Η ακολουθία του θεού συμπληρώνεται με τους Σατύρους και τους Σειληνούς. Θεός εκπολιτιστής ο Διόνυσος συνέχισε την περιπλάνησή του, διδάσκοντας ανά τον κόσμο τις ιδιαίτερες τελετές του και την καλλιέργεια τηςαμπέλου. Αλλού έγινε δεκτός ως θεός, αλλού ως τυχοδιώκτης άνθρωπος, γεγονός που προκάλεσε σύμφωνα με τον μύθο και ανάλογες αντιδράσεις εκ μέρους του, ευνοώντας τους φίλους και τιμωρώντας τους εχθρούς, όπως φαίνεται στο παράδειγμα του Προίτου, βασιλέα της Τίρυνθας, των τριών θυγατέρων του βασιλέα Μινύα στον Ορχομενό ή τις κόρες του αττικού δήμου των Ελευθερών.

Θεός του δράματος και του παιχνιδιού [Επεξεργασία]

Στην αρχαία Ελλάδα αυτή η στενή σχέση μεταξύ δράματος και μυθολογίας συνοψιζόταν στο προσωπείο, τη μάσκα που συμβόλιζε τον ίδιο τον Διόνυσο και μια διαδικασία ταυτόχρονα μέσω της οποίας οι συμμέτοχοι αντιλαμβάνονταν μια αναλαμπή των άγριων παράδοξων που συσχετίζονταν σε μύθους και θεσπίζονταν ως ιεροτελεστίες ή μυστηριακά δρώμενα. Τέτοιες μυστηριακές παραδόσεις ήταν κοινός τόπος στον αρχαίο κόσμο και μερικές είναι γνωστό ότι διήρκεσαν επί χιλιάδες έτη. Ο Γνωστικός χριστιανισμός είναι ένα σχετικά πρόσφατο παράδειγμα των μυητικών μυστηρίων και ακόμη και σήμερα οι ανατολικοί ορθόδοξοι και ρωμαιοκαθολικοί ναοί διατηρούν συγκεκριμένα τελετουργικά στοιχεία, συνεχίζοντας τη γραμμή παράδοσης των μυστηριακών θρησκειών με δρώμενα όπως η μετουσίωση του σώματος και του αίματος του Χριστού.
Για τους αρχαίους Έλληνες το προσωπείο ή persona ήταν ένα σύμβολο της ενότητας στη δυαδικότητα. Εκείνος που τη φορούσε ήταν ταυτόχρονα ο ίδιος και κάποιος άλλος, ή γινόταν προσωρινά η persona (που στα Ελληνικά σημαίνει ηχώ μέσω, δηλαδή μιλώ μέσω της μάσκας), ένας από τους χαρακτήρες του δράματος (dramatis personae). Το προσωπείο 'κρατούσε ενωμένες' τις δύο ταυτότητες[9] και φυσικά έπαιζε το ρόλο της πύλης ανάμεσα σε διαφορετικά βασίλεια ή κόσμους εμπειρίας. Τούτη η μετάβαση στην επικίνδυνη, σκιώδη σφαίρα του κάτω κόσμου, του χάους και του θανάτου είναι βασικό θέμα στη διονυσιακή λατρεία. Όπως παρατηρεί ο Godwin, είναι χαρακτηριστικό των θεών που κατεβαίνουν στον κάτω κόσμο για να λυτρώσουν τις περιπλανώμενες ψυχές[10].
Ο Διόνυσος, επίσης, συνδέεται πολύ με τον εκπληρωμένο έρωτα και το επίγραμμα του Ανακρέοντα στον θεό αρχίζει με τις λέξεις «Ω Κύριε, που σύντροφοί σου στο παιχνίδι είναι ο ισχυρός Έρως, οι μαυρομάτες νύμφες και η Αφροδίτη!»[11].

Διονυσιακή λατρεία [Επεξεργασία]

Πληροφορίες που προσλαμβάνουμε από την Γραμμική Β΄ μας οδηγούν στην υπόθεση πως ο Διόνυσος ως αρχαία θεότητα ήταν ήδη γνωστός στον 12ο αιώνα Π.Κ.Ε. Η λατρεία του σχετίζεται με τους εορτασμούς της βλάστησης, της ιερής τρέλας που προκαλεί η πόση του οίνου και της γονιμότητας. Κοινό στοιχείο στις λατρευτικές πρακτικές του είναι το στοιχείο της έκστασης, ενίοτε της οργιαστικής φρενίτιδας, που απελευθερώνει από τις φροντίδες της καθημερινότητας, προσδίδοντάς του την προσωνυμία Λύσιος[12].
Πέραν του γεγονότος λοιπόν ότι το όνομά του συνδέθηκε με μία από τις αρτιότερες μορφές του ελληνικού λόγου, το δράμα, προς τιμήν του διοργανώνονταν μεγαλοπρεπείς γιορτές, όπως τα Κατ' αγρούς Διονύσια, τα Λήναια, ταΑνθεστήρια και τα Μεγάλα Διονύσια.
Τρεις είναι οι κύριες μορφές, με τις οποίες εμφανίζεται ο Διόνυσος στη λατρεία του. Με έμβλημα τον φαλλό, το δένδρο -εξ ου και η προσωνυμία δενδρίτης- ή τον ταύρο είναι θεός της γονιμότητας και προστάτης των καλλιεργειών, κυρίως της αμπέλου. Στη δεύτερη μορφή του είναι ο ενθουσιαστικός Διόνυσος, με εμβλήματα τον θύρσο και τη δάδα, όπως επίσης την ακολουθία, των Μαινάδων, των Βακχών, των Θυιάδων, των Ληνών και των Βασσαριδών, όπως τις μετέφερε η μυθολογική αφήγηση. Στην τρίτη και αρχαιότερη μορφή του είναι οντότητα του Κάτω Κόσμου και φέρει την προσωνυμία Ζαγρεύς (ο μέγας κυνηγός). Είναι γιος του καταχθόνιου Δία και της Περσεφόνης. Σε αυτή την τρίτη μορφή οιΟρφικοί τον ενσωμάτωσαν ως κυριότερη θεότητά τους, ερχόμενοι σε αντίθεση με τους διονυσιαστές, τους οπαδούς του ενθουσιαστικού Διονύσου[13]
Με τον Διόνυσο θεό των δένδρων και των φυτών πραγματοποιείται η επιστροφή στο «ζωώδες πάθος» της φύσης, μακριά από τους περιορισμούς και τις αποκρυσταλλώσεις που επιβάλλει ο εξορθολογισμός[14], κάτι που διακρίνεται άμεσα στις Βάκχες του Ευριπίδη. Με την προσωνυμία βρόμιος λατρεύτηκε κυρίως ως θεός γεννημένος από το δημητριακό βρόμος και το οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται, χωρίς να είμαστε σίγουροι ποιο ακριβώς είναι αυτό το δημητριακό (βρώμη;)[15].

Παραπομπές - σημειώσεις [Επεξεργασία]

  1.  Παρόλο που η πρώτη φιλολογική μαρτυρία για τον Διόνυσο προέρχεται από τον Όμηρο, η μοναδικότητα του αποσπάσματος οδηγεί τους φιλόλογους στην υποψία ότι είναι μεταγενέστερη πρόσθεση τοπικής προέλευσης. Βλ. Ιλιάδα Ζ' 129.
  2.  Βερολίνο, Cat. 1704 Mon. d. Inst. τομ. ix DI. LV. Β. Χέλμπιχ (W. Helbig), 1873. Αναφέρεται στο Harrisson J. E. 2003, Προλεγόμενα στη μελέτη της ελληνικής θρησκείας: Ο θεός Διόνυσος, Ιάμβλιχος, Αθήνα, 141, σημ. 2
  3.  Segal, Charles, 1982, 12.
  4.  Segal, Charles, 1982, 343.
  5.  Ο Alain Danielou επισύρει την προσοχή μας σε μια σημαντική σύγκριση του Διόνυσου με τον αντίστοιχο θεό Μουρούκαν του ινδουϊστικού πάνθεου παραθέτοντας τα εξής: ο «Μουρούκαν, ο γεννημένος στον καλαμιώνα, αναθρεμμένος από τις νύμφες, ονομάζεται αλλού Διόνυσος». Βλ. επίσης Danielou, Alain, 1982, 27.
  6.  Otto, Walter F. 1965, 33.
  7.  Κακριδής Ι. Θ. 1986, 200.
  8.  Κακριδής Ι. Θ. 1986, 202.
  9.  Otto, Walter F. 1965, 201
  10.  Godwin, Joscelyn 1981, 26-28.
  11.  Otto, Walter F. 1965, 33
  12.  Κακριδής Ι. Θ. 1986, 204.
  13.  Παπαχατζής N. 1989, 133.
  14.  Harrisson J. E. 2003, 129.
  15.  Από διασωθέν επίγραμμα του Ιουλιανού προς τον Διόνυσο πιθανώς πρόκειται για το κριθάρι. Βλ. «Εις οίνον από κριθής» Antol. Pal. ix, 386

Βιβλιογραφία [Επεξεργασία]

Commons logo
Τα Κοινά έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Danielou, Alain, 1982, Shiva and Dionysus, trans. K.F. Hurry, Inner Traditions International, New York.
  • Godwin, Joscelyn, 1981, Mystery Religions in the Ancient World, Thames and Hudson, London.
  • Harrisson J. E. 2003, Προλεγόμενα στη μελέτη της ελληνικής θρησκείας: Ο θεός Διόνυσος, (μτφρ. Ε. Παπαδοπούλου), Ιάμβλιχος, Αθήνα.
  • Κακριδής Ι. Θ. (επιμ.) 1986, Ελληνική μυθολογία, τομ. Β', Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα.
  • Otto, Walter F., 1965, Dionysus: Myth and Cult, trans. Robert Palmer, Indiana University Press, Bloomington and London.
  • Παπαχατζής N. 1989, «Διόνυσος» στο Παγκόσμια Μυθολογία, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα.
  • Segal, Charles 1982, Dionysiac Poetics and Euripides' Bacchae, Princeton University Press, Princeton.
Στάθης Βαλλάς ΜΙΝΩΜΥΚΗΝΑΙΚΟΣ ΔΙΟΝΥΣΟΣ Εκδ.ΛΙΒΑΝΗ 1993

Προτεινόμενη βιβλιογραφία [Επεξεργασία]

  • Γιάγκος Ανδρεάδης, Ο Διόνυσος: Ιστορία της λατρείας του Βάκχου, Τα Ιστορικά, τομ.3, τ/χ.5 (Ιούνιος 1986),σελ.183-195

6 Μαΐ 2012

"Ψυχή"..

Μια Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου• ένα πύρινο πουλί, πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει: "Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει!"

Ασκητική. Ν. Καζαντζάκης

1 Μαΐ 2012

Γι'αυτόν όλα αποδεικνύουν τα πάντα.
Ο Παλαβός είναι γεμάτος εμμονές και ό,τι και να βρεί, επιβεβαιώνει την παλαβομάρα του.
Τον ξεχωρίζεις από την ακρισία με την οποία εφαρμόζει την κοινή λογική, από τις εκλάμψεις έμπνευσης και από το γεγονός πως αργά ή γρήγορα θα πετάξει στη συζήτηση τους Ναίτες.

Εκκρεμές του Φουκώ, Ουμπέρτο Έκο