![]() |
| Φιλακτήριος σφραγίδα. Παλαιοχριστιανική εποχή. Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών |
οι εκ τούτων χρηματιζόμενοι, λέγοντες ότι τον Θεόν καλοϋμεν,
και ουδέν πλέον ποιοϋμεν,
...είδωλολατρεία το πράγμα έστι."
'Ιωάννου Χρυσοστόμου, 'Ομιλία Η': Προς Κολοσσαεϊς
Στην αφήγηση του Ευαγγελιστή Μάρκου για την Αιμορροούσα (Μαρκ. 5: 25-34) ο Χριστός κάνει ένα θαύμα χωρίς καν να το γνωρίζει: μέσα στο πλήθος η γυναίκα έρχεται από πίσω από τον Χριστό και ακουμπώντας μόνο τα ενδύματα του θεραπεύεται ύστερα από δώδεκα χρόνια άκαρπης προσφυγής σε γιατρούς. Ο Ιησούς δεν έχει πει, ούτε κάνει τίποτε για να τη γιατρέψει. Δεν γνωρίζει καν ότι αυτή βρίσκεται κοντά του. Το μόνο που αισθάνεται είναι το ότι η "έξ αύτοϋ δύναμις" εξήλθε ξαφνικά από το σώμα του και κατευθύνθηκε προς τον εξωτερικό κόσμο. Αν ξανασκεφθούμε την ευαγγελική αυτή περικοπή, αφού πρώτα διαβάσουμε το άρθρο του G. Vikan (σ. 17), ίσως θα καταλάβουμε ότι ο Ιησούς λειτουργεί στο επεισόδιο αυτό όπως ακριβώς και τα μαγικο-ιατρικά περίαπτα από αιματίτη που προφύλασσαν ή θεράπευαν από την αιμορραγία κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες: όπως είδαμε, κάποιος έρχεται σκόπιμα σε επαφή με κάποια ύλη που διαθέτει υπερφυσική "φόρτιση" (το σώμα του Ιησού ή τουλάχιστον τα ρούχα του), και αυτομάτως θεραπεύεται χάρη στη δύναμη που ενυπάρχει σ'αυτή.
Το συγκεκριμένο αυτό θαύμα, όπως παρατηρεί ο Vikan, αποκαλύπτει σαφέστερα από κάθε άλλο που περιγράφεται στη Βίβλο την ουσία της ελληνορωμαϊκής μαγείας. Ένας εθνικός θα το ερμήνευε ίσως ως πράξη "μαγείας" - μόνο που εδώ, όπως τονίζει ο Μάρκος, εκείνο που θεραπεύει την Αιμορροούσα είναι βασικά η πίστη της και οχι μονό η επαφή της μ' ένα αντικείμενο. "Θύγατερ", ανακοινώνει ο Χριστός, "ή πίστις σου σέσωκέ σε".
Με βάση τον αριθμό και το είδος των θαυμάτων του, καθώς και την πολυμορφία των μεθόδων τις οποίες χρησιμοποίησε, πολλοί εθνικοί και Εβραίοι υπέθεσαν πολύ εύκολα ότι ο Χριστός υπήρξε μάγος. Εφόσον μάλιστα είχε υποσχεθεί να ικανοποιήσει τα αιτήματα που διατυπώνονταν στο όνομα του, δεν μπορούσε άραγε να τον επικαλεστεί κάποιος και σε μια μαγική διαδικασία; Ο Vikan μας υπενθυμίζει ότι ο συμφυρμός Χριστού/Σταυρού απεικονίστηκε συχνά, αντί για το αποτρεπτικό Κακό Μάτι, πάνω σε περίαπτα κατά την πρώιμη χριστιανική περίοδο στην ανατολική Μεσόγειο.
Μετά από μια αρχική φάση "συγκρητικής σύγχυσης", οριοθετήθηκε τελικά η θεωρητική διάκριση ανάμεσα στη μαγεία και την πρωτο-εμφανιζόμενη θρησκεία. Η Εκκλησία των πρώτων χριστιανικών αιώνων όρισε τη διάκριση αυτή ευθέως ως θεολογική και ηθική: η μαγεία και όλες εν γένει οι πρακτικές της "ειδωλολατρικής" θρησκείας (των οποίων αποτελούσε μέρος) επαναπροσδιορίστηκαν ως δαιμονικές (με την καταχρηστική, εβραϊκή σημασία), ως το έργο δηλαδή ασωμάτων όντων (εκπεπτωκότων κυρίως αγγέλων) που υπηρετούσαν τον Διάβολο. Σύμφωνα με τους πρώτους Χριστιανούς συγγραφείς, η μαγεία, ακόμη και όταν δεν αποτελούσε εντυπωσιακή ψευδαίσθηση ή φενάκη, ήταν πάντοτε έργο κακών (ή ακάθαρτων) πνευμάτων, ενώ τα θαύματα ήταν έργα ενός φιλάνθρωπου Θεού.
Όπως παρατηρεί ο Σπ. Τρωιάνος (σ. 9), το κανονικό δίκαιο ακολούθησε τη γραμμή αυτή όταν ο Γρηγόριος Νύσσης όρισε στον 3ο κανόνα του ότι οι μάγοι επιτελούσαν το έργο τους χάρη στη συμμαχία τους με τους δαίμονες. Αν υποθέσουμε ότι οι παλιές συνήθειες θα μπορούσαν να εκλείψουν ολοσχερώς, τότε θα πρέπει να δεχθούμε ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει με μεγάλη δυσκολία. Αυτό ίσως είναι ένα από τα συμπεράσματα στα οποία μας οδηγεί η αναδρομή που επιχειρεί το άρθρο αυτό στην κρατική και εκκλησιαστική ποινικοποίηση της μαγείας. Σύμφωνα όμως με το βυζαντινό δίκαιο, και η αίρεση, οι ψυχικές νόσοι και η εγκληματικότητα εν γένει μπορούσαν να θεωρηθούν απόρροιες διαβολικών, και επομένως μαγικών, ενεργειών.
Επειδή οι Χριστιανοί ήταν εξ ορισμού οι μόνιμοι πολέμιοι των πονηρών πνευμάτων, τα κατ'εξοχήν θαύματα, ιδίως στα Συνοπτικά Ευαγγέλια, ήταν οι εξορκισμοί. Ή απαίσια αυτή τελετή", όπως χαρακτήρισε τον εξορκισμό ο Gibbon, ήταν κατά κύριο λόγο εβραϊκή δραστηριότητα, με στόχο την αιφνίδια εκδίωξη επιδρομέων-πνευμάτων που είχαν καταλάβει κάποιο άτομο. Οι Χριστιανοί όμως έμαθαν γρήγορα πως, για να γίνει κάτι τέτοιο, χρειαζόταν ένα ειδικό τέχνασμα: έπρεπε να εξαναγκασθεί το δαιμόνιο να αποκαλύψει το όνομα του για να υποταχθεί στον εξορκιστή. Η εσχατολογική σημασία της διαδικασίας αυτής εξηγεί ίσως το αμείωτο ενδιαφέρον των Βυζαντινών για τα ονόματα και ιδίως τις κατηγορίες των δαιμόνων. Ο D.Jordan (σ. 21) δείχνει την αναπαραγωγή, με παραλλαγές, των έξι βασικών κατηγοριών δαιμόνων, παραθέτοντας μια ομάδα ασυνήθιστων κειμένων που περιλαμβάνει έναν παπυρικό εξορκισμό του 3ου αιώνα μ.Χ., ένα διάλογο του ψευδο-Ψελλού και έναν εξορκισμό που αποδίδεται,ίσως εσφαλμένα, στον Εφραίμ τον Σύρο.
Η μελέτη του Jordan επιβεβαιώνει τη συνάφεια ανάμεσα στην αρχαία επιστημονική σκέψη και τη λόγια, κυρίως, μεσαιωνική μαγεία. Πράγματι, η φιλολογική έρευνα έρχεται συχνά να ενισχύσει και τα συμπεράσματα των αρχαιολόγων που μελετούν το υλικό υπόβαθρο της μεσαιωνικής μαγείας: η βυζαντινή μαγεία ήταν ένας υβριδικός συγκερασμός μετακλασικών και λόγιων χριστιανικών μορφών και διαδικασιών με ένα επίστρωμα δημωδών συστατικών ποικίλης προέλευσης• το "σύστημα" αυτό διατηρήθηκε και μετά το μοιραίο έτος 1453.
Οι επωδές, οι εξορκισμοί και οι νομοκάνονες που δημοσιεύει εδώ για πρώτη φορά ο Άγ. Τσελίκας (σ. 31) προέρχονται από τρία μεταβυζαντινά χειρόγραφα και εμπεριέχουν πολλά στοιχεία που θυμίζουν τα θέματα και τις πρακτικές των μαγικών κυρίως παπύρων της ύστερης αρχαιότητας. Είναι άραγε απλή σύμπτωση το ότι ένας από τους εξορκισμούς του Τσελίκα αναφέρεται σε δαιμόνια καταχθόνια και εναέρια, δύο κατηγορίες που, κατά τον Jordan, είναι πιθανό να κατάγονται από τον Εμπεδοκλή; Από τη θεολογική άποψη η θρησκεία και η μαγεία δεν αποτελούσαν μόνο διαμετρικές αντιθέσεις (ο θεός εναντίον του Διαβόλου) αλλά και αλληλοαποκλειόμενες κατηγορίες: κατά τη χαρακτηριστική διατύπωση του Απόστολου Παύλου, "ού θέλω δε ύμας κοινωνούς των δαιμόνων γίνεσθαι". Στην πραγματικότητα όμως η μαγεία αντλούσε συχνά στοιχεία από τα κείμενα και τις πρακτικές της καθιερωμένης θρησκείας. (Κάτι τέτοιο ήταν πολύ φυσικό σε μια κοινωνία στην οποία κυριαρχούσε ένα εδραιωμένο σύστημα αυθεντικών κειμένων και τελετουργιών.) Το εκτενές επεισόδιο από τον μυθιστορηματικό Βίο του οσίου Ανδρέου "του δια Χριστόν σάλου" (10ος αι.), που αναλύει ο Γ. Κολοφώνος (σ. 25),είναι όντως μια συναρπαστική αφήγηση, που σε πολλά σημεία θυμίζει ψυχολογικό θρίλερ. Εκτός όμως από τις ψυχαγωγικές του αρετές το απόσπασμα αυτό έχει για τον Βυζαντινό αναγνώστη και διδακτική λειτουργία: απογυμνώνει, όπως δείχνει ο Κολοφώνος, τη μαγεία, αποκαλύπτοντας την ως μια εξαιρετικά επικίνδυνη απάτη, που παγιδεύει κυρίως τους απεγνωσμένους και εύπιστους. Στην αγιογραφική αυτή περιπέτεια ο μάγος Βιγρίνος μπορεί να κατάφερε να επιλύσει τα άμεσα προβλήματα της πελάτισσας του, η αλληλουχία όμως των φρικαλέων ονείρων που βλέπουν στη συνέχεια τόσο η γυναίκα αυτή όσο και ο πνευματικός της πατέρας δείχνουν τις ολέθριες επιπτώσεις της προσφυγής στη μαγεία. Και εκεί ακριβώς έγκειται ο παράδοξος και συχνά σαγηνευτικός χαρακτήρας της βυζαντινής -και της χριστιανικής εν γένει- μαγείας: αφομοίωνε κατά μέγα μέρος την ιδεολογία και το τελετουργικό της αληθινής πίστης, ενώ αποτελούσε πάντα, σύμφωνα τουλάχιστον με το επίσημο δόγμα, τη διαστρέβλωση της.
Ιωάννης Πετρόπουλος
Αναπληρωτής Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας
ΠΤΔΕ, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
(Περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες , Τ.71 , Ιουλ1999)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου